vocabulary bank logo

διοικητικό στέλεχος

  1. Home
  2. διοικητικό στέλεχος
διοικητικό στέλεχος
    Translations
  • διοικητικό στέλεχος (Προοριζόμενος Τελικός Χρήστης / el) EQ manager
Accepted term: 10-Oct-2016