vocabulary bank logo

ενεργό/διαδραστικό

  1. Home
  2. ενεργό/διαδραστικό
ενεργό/διαδραστικό
    Translations
  • ενεργό/διαδραστικό (Tύπος Dιαδραστικότητας / el) EQ active
Accepted term: 10-Oct-2016